Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης που άλλαξε το νέο ελληνικό θέατρο...
Ένας από τους σπουδαιότερους (για κάποιους ο σπουδαιότερος) σύγχρονους ανανεωτές του ελληνικού θεάτρου.
Σίγουρα από τους λίγους διαμορφωτές του θεατρικού τοπίου.Ταγμένος στο θέατρο. Αφοσιωμένος στη θεατρική πράξη. Απόλυτα καλλιτέχνης. Απόλυτα τελειομανής, χωρίς να είναι στείρος.
Απόλυτα δοσμένος στο όραμά του. Κάθε του παραγωγή στημένη με φαντασία και αυστηρότητα. Κάθε του σκηνοθεσία εμπνευσμένη. Κάθε του παράσταση ένα «ταξίδι» σε έναν άλλον κόσμο. Γι' αυτό και το «φευγιό» του Λευτέρη Βογιατζή, σε μια εποχή τόσο δημιουργική για τον ίδιο, αποτελεί μια απόλυτα τεράστια απώλεια. Όχι μόνο για το θέατρο, αλλά για την τέχνη γενικότερα.
Ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και δάσκαλος, ο άνθρωπος που αψηφούσε τις δυνάμεις του χρόνου, που οδηγό του είχε μοναχά την τέχνη και τη σχέση του με αυτήν, μας άφησε πολύ πολύ φτωχότερους, όχι σχηματικά, αλλά ουσιαστικά. Νικήθηκε από τον καρκίνο, αν και τον πάλεψε, για δύο χρόνια, με σθένος. Στάθηκε όρθιος και δημιουργικός έως την τελευταία στιγμή. Στις χημειοθεραπείες αντέταξε Πίντερ και Μολιέρο, «Θερμοκήπιο» και «Αμφιτρύωνα». Και στα πιο δύσκολα έστρεψε κατά πάνω στο «θεριό» το μεγαλύτερο όπλο: «Οιδίποδα Τύραννο», που τον είχε στα σκαριά και τον ονειρευόταν χρόνια. Τελικά η επάρατος νόσος τον πήρε μαζί της, χθες το απόγευμα, στα 68 του, στο «Υγεία», όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο καιρό. Στο πλευρό του είχε τη σύντροφό του, τον φύλακα-άγγελό του, Ειρήνη Λεβίδη, και στενούς φίλους.
Αθεράπευτα δημιουργικός κι ανικανοποίητος όπως κάθε Μεγάλος, ο Λευτέρης Βογιατζής επηρέαζε καταλυτικά, τροφοδοτούσε κι ενέπνεε τη θεατρική οικογένεια. Αντίπαλός του μόνο «ο εχθρός του καλού», δηλαδή το καλύτερο. Κριτής του αποκλειστικά ο εαυτός του. Γιατί με εκείνον αναμετριόταν κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Ήξερε να βάζει τον πήχη ψηλά κι ακόμα ψηλότερα και ψηλότερα. Σαν αυτό το άλμα εις ύψος να τον έκανε να θέλει να πετάξει. Και ταυτόχρονα να τον βασάνιζε. Όσο απαιτητικός ήταν με τον εαυτό του, το ίδιο απαιτούσε και από τους συνεργάτες του. Οι εξαντλητικές δοκιμές, οι πολύμηνες πρόβες μέχρι την πρεμιέρα, η πρεμιέρα που όλοι αναμένουν κι αργεί να έρθει. Κι όταν έρθει θα καθυστερήσει να αρχίσει, γιατί ο θίασος κάνει μέχρι την τελευταία στιγμή πρόβα... Πολλοί ηθοποιοί τον λατρεύουν, τον θεωρούν σπουδαίο δάσκαλο, άλλοι τον φοβούνται, ενώ κάποιοι στην πορεία των ετών συγκρούστηκαν μαζί του. Όλοι, πάντως, τον παραδέχονταν.
Σύνθετη προσωπικότητα, γοητευτική, με περίπλοκη ψυχοσύνθεση, απαιτητική κι ασυμβίβαστη. Χαρακτήρας ιδιόρρυθμος κι εμμονικός, ευαίσθητος κι ευάλωτος, αγχώδης κι αγχωτικός, πότε πότε σαν παιδί που θέλει να κάνει τη σκανταλιά, αναποφάσιστος και με κάκιστη σχέση με τον χρόνο. Με το μηχανάκι του διέσχιζε την Αθήνα, χαιρόταν το ταξίδι στο πλοίο για την Ανδρο, λάτρευε τον γάτο του, τον Φανερούλη. Εστέτ αλλά και επί των πρακτικών, αφού φρόντιζε την κάθε παραγωγή του θεάτρου εξ ολοκλήρου. Και με την «ανικανότητα» να δεχθεί το πεπερασμένο του χώρου, στην προκειμένη περίπτωση του «Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων», του «ορμητηρίου» του το οποίο συνεχώς γκρέμιζε και ξανάφτιαχνε, ανάλογα με το πώς είχε φανταστεί το εκάστοτε ανέβασμα. Ισως γι' αυτό, γιατί είχε τη δική του φροντίδα, το «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων» είναι από τα ωραιότερα της Αθήνας.
Ο Λευτέρης Βογιατζής γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα (Καλλιθέα), όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά χρόνια του. Παιδί με ανατροφή, αλλά με ανησυχίες στην τελευταία τάξη του γυμνασίου «ξέσπασε» κι ακολούθησε το «μέσα» του. Ωστόσο πάντοτε τον συνόδευε ο «συγκρατημός» της αγωγής που είχε λάβει και το «κράτημα» που του είχε δώσει η ανατροφή του. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολούθησε για δύο χρόνια το «Ράινχαρτ Σεμινάρ» στη Βιέννη και τελείωσε τη Σχολή Κ. Μιχαηλίδη. Σαράντα, ακριβώς, χρόνια είχε κλείσει στο θέατρο. Και ίσως κάποιος σκεφτεί ότι όλα τα είχε προσχεδιάσει. Ότι ξεκίνησε με κάποιον στόχο. Λάθος. Όλα προέκυψαν. Τον «έσπρωξαν» στην υποκριτική, «εξ ανάγκης» ήρθε η σκηνοθεσία το 1982, με τη δημιουργία της «Σκηνής».
Αν και συνεχώς το δημιουργικό μυαλό του βρισκόταν σε εγρήγορση κι ένα καινούργιο σχέδιο είχε στα σκαριά, δεν θα χαρακτήριζε κανείς τον Λευτέρη Βογιατζή ως έναν πολύ παραγωγικό καλλιτέχνη. Η ποιότητα, η αρτιότητα του τελικού αποτελέσματος, η τελειοθηρία του τον έκαναν να παράγει λιγότερα σε ποσότητα, αλλά περισσότερα σε μαγεία. Αυτή τη μαγεία, αυτή την ενέργεια, αυτή τη μοναδική αίσθηση αποκόμιζε ο θεατής στις παραστάσεις του. Μεταμορφώνονταν σε «μύστη» μιας ιερής τελετουργίας. Γιατί αυτό ήταν το θέατρο για τον Λευτέρη Βογιατζή: τελετουργία.
Η «Νέα Σκηνη»
Οι ουρές και οι... μάχες για ένα εισιτήριο στην Οδό Κυκλάδων
πρώτος σταθμός στην καριέρα του υπήρξε το 1981, οπότε ίδρυσε την Εταιρεία Θεάτρου «Η Σκηνή» με τη συνεργασία των Β. Παπαβασιλείου, Δ. Καταλειφού Ρ. Οικονομίδου, Αν. Κοκκίνου, Τ. Μπαντή, Σμ. Σμυρναίου. Επρόκειτο για μια κίνηση που άλλαξε τα ήθη της θεατρικής πιάτσας. Οι ουρές και οι... «μάχες» για ένα εισιτήριο στην οδού Κυκλάδων ξεκίνησαν τότε και διήρκεσαν όλα τα χρόνια έως την τελευταία παράσταση που ο Λευτέρης Βογιατζής ανέβασε στο θέατρό του. Από το 1982 έως το 1987 που λειτούργησε «Η Σκηνή», ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθέτησε και έπαιξε στα έργα: «Η Σπασμένη στάμνα» του Χ. φον Κλάιστ (σε συσσκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου), «Οι Αγροίκοι» του Κ. Γκολντόνι, «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Α. Γκριμπογιέντοφ, «Σε φιλώ στη μούρη...» του Γ. Διαλεγμένου, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν για την περίοδο 1986-87.
Παραστάσεις
«Η Σκηνή» το 1988 διαλύθηκε. Τότε γεννήθηκε το αποκλειστικά δικό του δημιούργημα, η «Νέα Σκηνή», όπου με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, ο Λευτέρης Βογιατζής (ως σκηνοθέτης και ηθοποιός) παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο. Σκηνοθέτησε και έπαιξε στις παραστάσεις: Αλησμόνητος «Θείος Βάνιας» του Αν. Τσέχοφ (1989), μοναδικός Φος στο «Ρίτερ, Ντένε, Φος» του Τ. Μπέρνχαρντ (1991, για πρώτη φορά στην Ελλάδα).
Παράλληλα, το 1989, ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, απ' όπου αποφοίτησαν (1991) δώδεκα μαθητές, ύστερα από τριετή εντατική φοίτηση. Είναι η απαρχή της ενασχόλησής του με το αρχαίο ελληνικό δράμα. Ξεκινάει το 1992 σκηνοθετώντας την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Με τους μαθητές του εργαστηρίου, συνεχίζει τη διερεύνησή του στον ελληνικό ποιητικό λόγο και την «παιδική ηλικία του θεάτρου», ανεβάζοντας, έξοχα, την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία «Κατσούρμπος», του Γ. Χορτάτση.
Επιστρέφοντας στους επαγγελματίες ηθοποιούς, το 1995, παρουσιάζει την κωμωδία των Δ. Κεχαΐδη - Ελ. Χαβιαρά, «Με δύναμη από την Κηφισιά» (1995). Ακολουθεί ο «Μισάνθρωπος» του Μολιέρου (1996), όπου υποδύεται υπέροχα τον Αλσέστ. Το ίδιο καλοκαίρι ερμηνεύει έναν αφελή Μενέλαο στην «Ελένη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά, στην πρώτη του εμφάνιση στην Επίδαυρο. Για τη «Νύχτα της κουκουβάγιας» του Γ. Διαλεγμένου (1998), τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας «Φώτος Πολίτης» και το βραβείο «Κάρολου Κουν», βραβείο της «Ενωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών».
Η σκηνοθεσία των «Περσών» του Αισχύλου για το Εθνικό Θέατρο τον έφερε για πρώτη φορά ως σκηνοθέτη στο αργολικό θέατρο (1999). Την επόμενη χρονιά σκηνοθέτησε και έπαιξε στο έργο του Χάρολντ Πίντερ, «Τέφρα και σκιά». Το 2001 αποτελεί σημαδιακή χρονιά: ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέιν, το «Καθαροί πια», μια παράσταση-εμπειρία που δύσκολα την ξεχνά όποιος την έχει δει και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία (Ροές).
Το καινούργιο νεοελληνικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Σ' εσάς που με ακούτε» (2003) ακολουθεί κι ύστερα (για δεύτερη φορά) Σάρα Κέιν στο «Λαχταρώ», όπου, όπως πάντα, παίζει και σκηνοθετεί στο «θέατρο της Οδού Κυκλάδων». Ο ιδανικός Αρνόλφος στο «Το Σχολείο των γυναικών» του Μολιέρου (2004) δίνει τη θέση του στον Ιωνα, στο καινούργιο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Bella Venezia» (2005). Και για το έργο αυτό απέσπασε το βραβείο «Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής, Κάρολος Κουν».
Ρεσιτάλ ερμηνείας
Το 2007, σε συνεργασία με τον Γ. Σκεύα, ανεβάζει και πρωταγωνιστεί στην «Ημερη» του Φ. Ντοστογιέφσκι. Στο «Υστατο σήμερα» του Χ. Μπάρκερ δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας (2009-2010), ενώ με τη σκηνοθεσία του χαρίζει στον «Τόκο» του Δ. Δημητριάδη άλλον αέρα (Φεστιβάλ Αθηνών, 2010). Το «Θερμοκήπιο» του Χ. Πίντερ (2011-2012) έμελλε να είναι η τελευταία του παράσταση και η ωριμότερη ερμηνεία του στο «Θέατρο της Οδού Κυκλάδων». Φέτος την άνοιξη επρόκειτο να την παρουσιάσει ξαναδουλεμένη και με νέα διανομή. Δεν πρόλαβε. Οπως δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει ένα ακόμη όνειρό του: να ανεβάσει τον «Οιδίποδα Τύραννο», τον οποίο προετοίμαζε...
Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Η απαρχή της ενασχόλησης του Λευτέρη Βογιατζή με το αρχαίο δράμα ήταν το 1992, σκηνοθετώντας την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μια «Αντιγόνη» κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού ψιθύρου». Το 2006 έκλεισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με τη νέα του πρόταση πάνω στην «Αντιγόνη» (και το αρχαίο δράμα), ενώ το καλοκαίρι του 2007 η παράσταση άνοιξε το ίδιο Φεστιβάλ. Η «Αντιγόνη» είχε προσκληθεί στα φεστιβάλ «Festwochen» της Βιέννης, «Les nuits de la Fourviere» της Λυών και το «Festival d' Automne» στο Παρίσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου